Ποντιακή κηδεία

Έπιναν, έτρωγαν και σ χωρούσαν. . Εκτός από τα καθιερωμένα μνημόσυνα (τρίτα, εννιάμερα, σαράντα, εξάμηνα, χρονακόν) έκαναν και το λεγόμενον «ψαλμόν».

Τα ψυχοσάββατα, την παραμονή ή ανήμερα της Κυριακής του Θωμά, τα Σάββατα, τη Μ. Την τελευταία μέρα του Σαρανταλείτουργου έπρεπε να γίνουν κόλλυβα και την παραμονή καλούσαν τον κόσμο με κόλλυβα και κερί.

Συχνά οι μοιρολογήτριες ενδιαφέρονταν για τη μεταθανάτια τύχη του μεταστάντος. Ανάσκαμμαν εγέντν ο κύρς ατ ( ο νεκρός πατέρας του έγινε αντικείμενο ύβρης και βλαστήμιας).

Την παραμονή των μνημοσύνων, μαζεύονταν στο σπίτι των πενθούντων γυναίκες και συζητούσαν γύρω από την προσωπικότητα του μακαρίτη. Σ αυτά, κάθε οικογένεια είχε το δικό της χώρο, εκεί θάβονταν τα μέλη της.

Μνημόσυνο ετήσιο και επίσημο, στο οποίο καλούνταν να πάρουν μέρος και να προσευχηθούν (να ψάλλουν το νεκρό) τα γειτονικά χωριά, κληρικοί, μοναχοί, ηγούμενοι, δημογέροντες, ο δεσπότης και ο απλός κόσμος. Στα Σαράντα, στα Εξάμηνα, στο Ετήσιο (σο χρονακόν).

Το αποτελούσαν δύο κοντάρια που συνδέονταν μεταξύ τους με εγκάρσιες σανίδες. Στον Πόντο συνηθιζόταν να φωτογραφίζουν τους νεκρούς πριν τους κηδέψουν μέσα στο φέρετρο. Τα νεκροταφεία στα χωριά του Πόντου ήταν συνήθως σε τόπους απλόχωρους. Στις πόλεις, ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 19 ου αιώνα, όπου κάθε κοινότητα είχε τα δικά της νεκροταφεία, η κατάσταση ήταν διαφορετική.

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, στον κάτω κόσμο, για κάθε άνθρωπο που γεννιέται, ανάβει ένα καντήλι γεμάτο λάδι. Ένα μοιρολόγι της Τριπόλεως : Μερικά μοιρολόγια, αν και αυτοσχέδια, ήταν συγκλονιστικά, και μάλιστα πολλά από αυτά είχαν και μεταφυσικό περιεχόμενο: Αν πέθαινε η μάνα, οι κόρες της μοιρολογούσαν κι έλεγαν: Ο Άδης, ο θεός του κάτω κόσμου αναφέρεται συχνά στα ποντιακά μοιρολόγια ή στα δίστιχα. Ή Το νεκρό τον ξημέρωναν συγγενείς και φίλοι, προπαντώς ηλικιωμένες γυναίκες.

Παρασκευή, τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύμαος και την παραμονή των Θεοφανίων. Έτρωγαν μαζί και φεύγοντας έλεγαν τους παρηγορητικούς λόγους: ο Θεός να σχωρά ΄τον (ο Θεός να τον συγχωρέσει), λαφρόν η νύχτα τ (ελαφριά η νύχτα του) κτλ.

Έπειτα από το συνηθισμένο τρισάγιο, που έψελνε ο παπάς, έστρωναν τραπέζι και σερβίρανε συνήθως πιλάφι, τσορβάν, χασίλ , για να φένε και να σ χωρέσουν. Και επειδή τότε οι ιερείς δεν αμοίβονταν από το Κράτος, οι πενθούντες έδιναν στο λειτουργό για τις σαράντα λειτουργίες ένα ποσό, συνήθως χρυσές λίρες.

Το φέρετρο, από το σπίτι στην εκκλησία και από την εκκλησία στα νεκροταφεία, το κουβαλούσαν τέσσερις χωριανοί. Όλοι έρχονταν με φαγητά μέσα στο σινί, για να καθίσουν και να φάνε μαζί με τους τεθλιμμένους, να μη μείνουν εκείνοι νηστικοί.

Οι καντήλες στους τάφους αλλού συνηθίζονταν και αλλού έλειπαν εντελώς. Στις κηδείες και τα μνημόσυνα γίνονταν και ομιλίες και τραπέζι «σον ψαλμόν».

Σαράντα μέρες ο παπάς λειτουργούσε για τη συγχώρεση του πεθαμένου και την ανάπαυση της ψυχής του. Τα πρόσφορα, κάθε μέρα, στην εκκλησία τα πήγαιναν αυτοί που έκαναν το Σαρανταλείτουργο.

Στα νεκροταφεία των πόλεων υπήρχαν συνήθως και εκκλησίες, που ορισμένες φορές λειτουργούσαν και ως ενοριακοί ναοί. Σύμφωνα με τις λαϊκές προλήψεις, δεν έπρεπε να περνάνε μικρά παιδιά α σα ταφία (απ τα νεκροταφεία). Η βλαστήμια αυτή ήταν πολύ βαριά.

Πολλοί διέθεταν διάφορα ποσά για σχολεία, για τους φτωχούς και για τις εκκλησίες, στη μνήμη του νεκρού. Η ψυχική επαφή με τους νεκρούς γινόταν σε τακτές μέρες. Η επιθυμία του νεκρού να μοιράζουν στα παιδιά αγνόψυχα, «πηκτόν» (ψυκτικόν) και κέρματα, τα οποία αποταμίευε πριν πεθάνει, τίποτε άλλο δε φανερώνει παρά την πεποίθησή του στην αθανασία της ψυχής, στη μέλλουσα κρίση και στην ανάγκη να είναι όλα έτοιμα και καθώς πρέπει για το μεταθανάτιο ταξίδι.

Η εκδήλωση συμπόνοιας προς την οικογένεια που είχε πένθος λεγόταν πονεμένα . Κι αν κάποιος δεν μπορούσε να έρθει τη βραδιά του πένθους, ερχόταν την άλλη μέρα, ακόμη και έπειτα από ένα ή και δύο χρόνια.

Όποιος έβριζε τους νεκρούς θεωρούνταν απάνθρωπος, απολίτιστος, αντίχριστος. Στα δημώδη άσματα, τα παιδιά της χήρας συνήθως είναι καλύτερα από τ άλλα. Ωστόσο, πάλι κατά τα δημώδη άσματα η χήρα είναι συνήθως αδικημένη, ακόμα κι όταν τη θάβουν. Η χήρα φορούσε πάντα μαύρα και αν είχε κάποια ηλικία, τη σέβονταν όλοι.

Συνοδευόταν πάντα από ελιές, φρέσκα κρεμμύδια, σκόρδα κτλ. Στο μακρινό ταξίδι έπρεπε να τον προπέμπουν καντήλι αναμμένο, κοντά στο κεφάλι του, τοποθετημένο μέσα σε αλεύρι ή σιτάρι(σύμβολο της αναστάσεως) και θυμιατό, που να καίει διαρκώς.

Αυτό το απεύφευγαν όμως και οι ενήλικες. Το χαριτόπαρμαν εξακολουθεί να γίνεται και τώρα σε ποντιακά χωριά. Το μετά την κηδεία γεύμα λεγόταν θανέσα, περίδειπνο ή μακαρία.

Κάποιοι στενοί συγγενείς ή φίλοι διανυκτέρευαν εκεί, αν το έκριναν απαραίτητο. Άλλοτε, τα οστά του προηγούμενου θανόντος απλώς τα μάζευαν και τ απίθωναν σε μια γωνιά του τάφου κι έθαβαν έπειτα το νέο νεκρό. Οι τάφοι ήταν απλοί, δίχως ιδιαίτερες διακοσμήσεις και μνημεία.

Το στόλισμα των κολλύβων(το στόλισμαν τη σινί ) ήταν δουλειά λίγων ειδικών στο χωριό. Στον Πόντο, όταν πέθαινε κάποιος, δεν πενθούσαν μόνο αυτοί που έχασαν τον άνθρωπό τους, αλλά ακόμη και οι πιο μακρινοί συγγενείς, όλοι οι γείτονες και όλο το χωριό. Πρόσωπα της γειτονιάς και συνήθως γυναίκες, έψηναν τα κόλλυβα, ετοίμαζαν το «σινίν με τα κοκκία», έκαναν κολοθόπα (ψωμάκια), αλλού λαβάσα (λαγάνες), που τα μοίραζαν, μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, στην εκκλησία. Μετά τον ενταφιασμό πήγαινε ο κόσμος, μαζί με τον εφημέριο, στο σπίτι των πενθούντων. Γι αυτό έστελναν «χαιρετίας», με το νεκρό σε φιλικά και συγγενικά πρόσωπα που είχαν πεθάνει.

Ο νεκρός έπρεπε να ταξιδέψει για την άλλη ζωή με κλειστά μάτια και σταυρωμένα χέρια, με άσπρο και καθαρό σάβανο και λουσμένος, ντυμένος με καινούρια ρούχα και παπούτσια και με κομμένα νύχια, με μια εικόνα στα σταυρωμένα του χέρια (το δεξί πάνω στο αριστερό), για να προσκυνούν οι συλλυπούμενοι, με την ευχή «Θεός σχωρέσ τον». Σε πολλά μέρη, μετά τη λήξη του Σαρανταλείτουργου και το σχετικό μνημόσυνο, έστρωναν τραπέζι στους επισκέπτες, αφού διάβαζε ο παπάς στο σπίτι τα κόλλυβα.

Συνήθως η διανομή κολοθιών και το στρώσιμο τραπεζιών γινόταν στο ετήσιο μνημόσυνο και τότε έλεγαν «εποίκαμε ψαλμόν». Μετά το θάνατο κάποιου, προπαντός ηλικιωμένου, γινόταν «Σαρανταλείτουργο». Το νεκροκρέβατο που είχε η εκκλησία κάθε ενορίας και το χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά και την ταφή των νεκρών το έλεγαν κανόνιν.

Παρακαλούμε βοηθήστε βάζοντας συνδέσμους προς αυτό σε άρθρα για σχετικά θέματα. Στη δυτική πλευρά τους είχαν έναν ειδικό μικρό περιφραγμένο χώρο (το κοιμητέρ ), όπου άναβαν τα κεριά.

εκαιαν τουσ νεκρους Τα μοιρολόγια δεν εξεδήλωναν μόνο τον πόνο των βαρυπενθούντων, αλλά και την πεποίθηση στην ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής. Εκεί, έχτιζαν τους τάφους.

Ήταν γεύμα λιτό, φασολάδα ή σούπα με κορκότο. Πολλοί μάλιστα, και πολλές, φύλαγαν ένα ποσό από χρήματα ή λίρες για τα έξοδα της κηδείας τους και για σαρανταλείτουργο.

Αν έβλεπαν μια γυναίκα να βγαίνει νύχτα από τα νεκροταφεία, έλεγαν (συχνά) ότι είναι μάγισσα. Μετά την κηδεία, κατά το απόβραδο και ως αργά το βράδυ ή και την επόμενη ημέρα, όλοι οι κάτοικοι του χωριού ή και από γειτονικούς οικισμούς, πήγαιναν παρέες παρέες, ανά δυο και τρεις, αντρόγυνα, φίλες, γειτόνισσες και συγγενείς, στο σπίτι του νεκρού για να δώσουν τα συλλυπητήρια στους οικείους του, να παίρνε το χατίρ . Το γεύμα αυτό θεωρούνταν προσφορά του νεκρού προς εκείνους που τον τίμησαν στην κηδεία του. Οι Πόντιοι θαύμαζαν τη γυναίκα που χήρευε, ιδιαίτερα όταν έπρεπε ν αναστήσει πολλά παιδιά.

Η κοινή γνώμη τον καταδίκαζε σκληρά. Συνήθως οι χωριανοί έφτιαχναν το φέρετρο και το σταυρό και άνοιγαν τον τάφο. (Ιανουαρίου 2008) Όταν πέθαινε κάποιος χωριανός, στα χωριά του Πόντου, χτυπούσε η καμπάνα και όλοι σταματούσαν τις δουλειές τους. Ιδιαίτερες ήταν οι τιμές και οι περιποιήσεις στο νεκρό, για να φύγει ευχαριστημένος και συγχωρεμένος και να είναι ευπρόσδεκτος στον άλλο κόσμο.

Απαραίτητο ήταν το διάβασμα, στο προσκεφάλι του νεκρού, όλων των Ψαλμών, εναλλάξ από διάφορα πρόσωπα. Ανάλογα με την οικονομική κατάσταση, δεν έλειπε ούτε το ρακί, ούτε το κρέας.

Αν μια γυναίκα χήρευε μικρή, η κοινή γνώμη, εκφρασμένη από τους συγγενείς της, απαιτούσε να συνάψει έναν καινούριο γάμο. Η ψυχική ανάγκη να βρίσκονται οι ζωντανοί σε διαρκή επαφή με τους νεκρούς καθιέρωσε το έθιμο των μνημοσύνων. Αν δεν υπήρχε έλλειψη γης, τότε δεν έκαναν ανακομιδή των οστών.

Στα περιμαντρωμένα νεκροταφεία των πόλεων, μετά τον τρίτο χρόνο, έβγαζαν τα κόκκαλα των νεκρών και φύλαγαν χωριστά τις κάρες, ενώ τα υπόλοιπα τα έριχναν στο χωνευτήρι. Μόνο αν τύχαινε να πεθάνει μέλος της οικογένειας, ενώ δεν είχαν περάσει τρία χρόνια από την ταφή άλλου μέλους της και ο χώρος ήταν κατειλημμένος, το έθαβαν σε μια άλλη μεριά του νεκροταφείου.

Αυτό γινόταν σε κάθε μνημόσυνο. Όταν εξαντληθεί το λάδι, έρχεται ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και του παίρνει την ψυχή. Ανάσκαμμαν ήταν η βρισιά, η βλαστήμια εναντίον του νεκρού.

Τη νύχτα σκέπαζαν το νεκρό μ ένα σεντόνι. Έλεγαν επίσης: «θάνατος έν , αέτσ έν (θάνατος είναι αυτός, έτσι γίνεται).

«Ατά είν τα σκωσάτκα μ », έλεγαν οι μειζοτέρ (οι ηλικιωμένοι). Όταν πέθαινε κάποιος έλεγαν: «Τ ατσάλ ν ατ ετελέθεν» (το λάδι του απόσωσε).
 
?>